This page requires a newer version of Adobe Flash Player.
Ο περιηγητής σας θα έπρεπε να δείχνει περιεχόμενο flash όχι αυτό που βλέπετε τώρα. Ενεργοποιήστε ή κατεβάστε το flash.
Κείμενα

Get Adobe Flash player

Γεύση Αγριοκέρασου.

 

Κοίταξαν ξανά τον χάρτη. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Τίποτα δεν θύμιζε το σημείο που βρίσκονταν. Υπήρχαν δύο κορυφές ανατολικά και μια χαράδρα στα νοτιοδυτικά.

Δέντρο στην ομίχλη

-Δύο κορυφές. Βλέπετε πουθενά δύο κορυφές; ρώτησε ο Γιάννης που κρατούσε τον χάρτη.

-Έχουμε χαθεί, αποκρίθηκε ο Βασίλης χωρίς να κοιτάξει. Κάθισε κάτω και συγκέντρωσε το βλέμμα του στο χώμα.

-Μπορεί να ΄χει ανακρίβειες κι ο χάρτης, παρατήρησε ο Αντώνης.

-Εγώ λέω να γυρίσουμε.

Οι άλλοι δύο κοίταξαν τον Βασίλη κάπως έκπληκτοι.

-Οι συνθήκες γίνονται επικίνδυνες όσο περνούν οι μέρες και το νερό τελειώνει, συνέχισε σχεδόν ντροπιασμένος.

-Πώς σου ‘ρθε έτσι ξαφνικά; ρώτησε  ο Αντώνης.

Ο Βασίλης έμεινε για λίγο σιωπηλός.

-Λοιπόν, κοφ’ το. Δεν είναι δειλία το να παίρνεις προφυλάξεις.

Σιωπή πάλι. Χωρίς να πουν τίποτα, οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν. Σαν να κατάλαβε ο καθένας το μερικό, έστω, δίκιο του άλλου. Ο Γιάννης έπιασε το σακίδιό του. Ξεκούμπωσε τη μπροστινή του θήκη κι έβγαλε ένα παλιό κιτρινισμένο χαρτί.

-Τι διαβάζεις πάλι; Δέκα φορές το ‘χουμε μελετήσει… σχολίασε ο Αντώνης, μα ο Γιάννης τον αγνόησε. Προσπάθησε να διαβάσει το γράμμα σαν να ΄ταν πρώτη φορά.

« 12/6/1913

Αγαπημένη μου Αδελφή Άννα,

Σου γράφω πρώτον διά νά ηξεύρεις πώς εἶμαι ζωντανός, άν καί δέν γνωρίζω εάν θά φθάσει σέ σέ η επιστολή μου. Ο πόλεμος ετελείωσε πρίν προλάβω νά επανέλθω εξ΄ Αμερικης διά νά βοηθήσω εις τήν Αντίστασιν καί αυτό επηύξησε τήν πικρίαν μου εις τό έπακρον. Δέν ειχον τό κουράγιο νά έλθω εις τό Καρπενήσι διά νά σέ συναντήσω. Ησθανόμην ντροπήν ως νά είχον εγώ τήν ευθύνη διά τήν καθυστέρησίν μου.

Συνέβη όμως κάτι απρόσμενον. Ένα πρωί επήρα τά όμματά μου, ώς νά έψαχνα νά εύρω καί εγώ δέν ηξεύρω τί. Eίχον τήν αίσθησιν ότι πάω νά εύρω κάτι καί όχι νά φύγω από κάπου. Φθάνοντας εις τό όρος Ταΰγετον, η αίσθησις αυτή εξελισσόταν εις βεβαιότητα. Ένοιωθα πώς επλησίαζον καί πώς, πλέον, κάποια αλήθεια με οδηγούσε. Μία φωνή τήν οποίαν πολλοί θά εχαρακτήριζαν ως διαίσθησιν, αλλά εγώ δέν τήν ονομάζω έτσι. Καί τώρα πού σου γράφω μάλλον εμπιστεύομαι τήν αίσθησιν ταύτην παρά τούς ιδίους μου οφθαλμούς.

Φθάνοντας λοιπόν εις μίαν κορυφήν, παρετήρησα εις τήν δυτικήν πλευράν, δίπλα εις μίαν μεγάλην αγριοσυκήν, τήν εισοδον ενός σπηλαίου. Ως να ήξευρον ότι αυτός ήτο ο προορισμός μου, επλησίασα, σκεπτόμενος πώς θά ήτο καλό κατάλυμμα διά τή νύχτα. Εισερχόμενος όμως εις τό σπήλαιον συνέβη τό πιό... »

Την ανάγνωση διέκοψαν δύο ψιχάλες. Ο Γιάννης είχε απορροφηθεί και, σχεδόν τρομαγμένος, σκέπασε το γράμμα για να μη βραχεί, το δίπλωσε και το φύλαξε στο σακίδιο.

-Πολύ απότομα δε συννέφιασε; σχολίασε ο Βασίλης.

Χτύπησε ένας δυνατός κεραυνός.

-Τουλάχιστον τώρα, δεν θα ΄χουμε πρόβλημα νερού... , παρατήρησε ο Αντώνης πικρόχολα.

Η βροχή δυνάμωσε απότομα. Έστησαν βιαστικά τη σκηνή και χώθηκαν από κάτω. Ο Γιάννης χάρηκε με τη βροχή, σαν να ξύπνησε από κάποιο αλλόκοτο όνειρο. Εξ΄ άλλου από παιδί λάτρευε τον ήχο της. Έστησαν έξω τα παγούρια για να γεμίσουν κι αποκοιμήθηκαν χωρίς να πουν σχεδόν τίποτα.

Την επόμενη μέρα, πέρα από την υγρασία στην ατμόσφαιρα και το νωπό έδαφος, τίποτα δεν προέδιδε τον προηγούμενο κατακλυσμό. Ο ήλιος ήταν ζεστός και τα σύννεφα είχαν εξαφανιστεί. Βγαίνοντας όμως έξω, ο Γιάννης συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει το σακίδιό του στη βροχή. Ο χάρτης και τα κινητά είχαν καταστραφεί. Το ίδιο και το γράμμα.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, όλοι συμφώνησαν αμέσως πως έπρεπε να γυρίσουν. Το τελευταίο ίχνος πολιτισμού το ΄χαν αφήσει στα ανατολικά την προηγούμενη: ένα στενό και δυσδιάκριτο μονοπάτι που έχασαν χωρίς να το καταλάβουν. Μάζεψαν τα πράγματα κι άρχισαν να κατευθύνονται προς τα ΄κει. Όσο προχωρούσαν, η ανησυχία τους μεγάλωνε. Τα τοπία που έβλεπαν δεν ήταν καθόλου γνώριμα, ενώ η αρχική τους επιμονή να οδεύουν προς την ανατολή τους οδηγούσε όλο και σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Όμως κάποια στιγμή που κάθισαν να ξαποστάσουν, ο Βασίλης παρατήρησε μια κορυφή με την είσοδο μιας σπηλιάς στα βορειοδυτικά. Μια ανατριχίλα τον διαπέρασε. Σηκώθηκε όρθιος.

-Τη βρήκαμε! φώναξε.

Ο Γιάννης είχε γλαρώσει και δεν απάντησε. Ο Αντώνης γύρισε ανυποψίαστος και τον κοίταξε.

-Αυτή είναι! Είμαι σίγουρος.

Ξύπνησε τον Γιάννη κι έδειξε και στους δύο την ανακάλυψή του. Όμως και οι δύο φάνηκαν επιφυλακτικοί.

- Πώς είσαι σίγουρος δηλαδή;

-Δε ξέρω. Απλά είμαι.

-Ακόμη κι αν έχεις δίκιο, δεν μπορούμε να το ριψοκινδυνέψουμε τώρα, χωρίς χάρτη. Προέχει να βρούμε μονοπάτι πριν τελειώσουν τα εφόδια, τόνισε ο Γιάννης που είχε τύψεις για τη χθεσινή απερισκεψία του.

-Είναι μια ώρα διαδρομή. Μην υποχωρείτε τώρα που φτάσαμε!

Με κάποια ανησυχία, αλλά και με μια κρυφή ελπίδα, τον ακολούθησαν. Το σημείο ήταν πολύ πιο μακρινό και απόκρημνο απ’ ότι φαινόταν. Έφτασαν δυόμισι ώρες αργότερα, λίγο πριν τη δύση του ήλιου. Άναψαν τους φακούς και μπήκαν. Περίπου τριάντα νυκτερίδες πέταξαν προς τα έξω πανικόβλητες, αποφεύγοντας περίτεχνα τα σώματά τους. Η σπηλιά είχε μέγεθος μικρού δωματίου και στο βάθος της έσταζαν έξι σταλαχτίτες, σχηματίζοντας μια λιμνούλα. Μετά από δέκα ώρες εξαντλητικής πορείας στον καυτό ήλιο, η δροσιά της σπηλιάς ήταν βαθύτατα κατευναστική. Έμειναν για κάποια λεπτά ν’ αφουγκράζονται τον υποβλητικό ήχο των σταγόνων που αντηχούσε στα υγρά τοιχώματα. Όλοι είχαν ξεχάσει τους κινδύνους. Ο Αντώνης και ο Γιάννης χαίρονταν που θα επέστρεφαν έχοντας ανακαλύψει κάτι. Ο Βασίλης όμως ένιωσε πως βρήκε κάτι βαθύτερο:

-Λες νά ΄ναι αυτό που ψάχναμε;

Ο Γιάννης γέλασε καλόκαρδα.

-Μετά από τέτοια κόπωση, σε νιώθω φίλε.

-Μιλάω σοβαρά. Νιώθω κάτι βαθύτερο από γαλήνη.

-Βρήκες κάποια Αλήθεια του σύμπαντος; επενέβη ο Αντώνης νυσταγμένα.

-Κι αν την έβρισκα, εσύ θα το καταλάβαινες;

Οι άλλοι δύο κοιτάχτηκαν μ’ ένα περίεργο χαμόγελο.

-Νομίζετε πως αστειεύομαι.., συνέχισε ο Βασίλης ήρεμα.

Ο Γιάννης σηκώθηκε.

- Είμαι πτώμα, Βασίλη. Άσε τ’ αστεία, έκανε κοιτάζοντας έξω απ΄ τη σπηλιά. Καλύτερα να πάμε βορειοδυτικά από αύριο. Στο βάθος σα να φαίνεται πεδιάδα...

-Εγώ λέω να μείνω εδώ, απάντησε ο Βασίλης κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Ο Γιάννης γύρισε απορημένος κι έμεινε για λίγο άφωνος παρατηρώντας τον. Προσπαθούσε να καταλάβει..

-Σοβαρά μιλάς...

Ξαφνικά κι οι δύο άρχισαν ν’ ανησυχούν. Ο Αντώνης τον πλησίασε.

-Τι εννοείς θα μείνεις εδώ;

-Νομίζω ότι βρήκα αυτό που ψάχναμε. Δεν έχω λόγο να γυρίσω στην πόλη.

-Πώς δεν έχεις: Πρέπει να επισκεφτείς ψυχίατρο.

-Μη γίνεσαι μικρόψυχος. Θα ‘πρεπε να χαρείς για μένα.

Ο Αντώνης γύρισε στον Γιάννη και τον κοίταξε σαν να μη πίστευε στ’ αυτιά του. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, προσπαθώντας να μείνει ψύχραιμος.

-Είμαστε τέσσερις μέρες χαμένοι στο δάσος, Βασίλη. Οι οδοιπόροι στον νότιο πόλο ορκίζονταν ότι είδαν τον καθεδρικό ναό του Παρισιού. Όλοι! Καταλαβαίνεις τι σου λέω;

-Τι νόημα είχε το ταξίδι που έκανες αν δεν είσαι έτοιμος ν’ αναγνωρίσεις την αλήθεια όταν βρίσκεται μπροστά σου;

-Ποια αλήθεια, ρε; Μήπως βρήκες το Θεό σε μια σπηλιά;

-Ξέρω ‘γω; Μπορεί.

-Μπορεί; Σε χάνουμε μεγάλε, καταλαβαίνεις;

Έπιασε τον Βασίλη σφιχτά απ’ τον ώμο.

-Λοιπόν. Δεν είναι αστείο πια. Ανησυχώ για σένα…

-Το ξέρω. Δεν έχεις δίκιο όμως, τού απάντησε ο Βασίλης γαλήνια.

Ο Αντώνης ανασηκώθηκε εμφανώς ταραγμένος σαν η τελευταία απάντηση να τον αποτελείωσε. Κοίταξε τον Γιάννη που του ανταπέδωσε ένα βλέμμα έκπληξής και αγωνίας. Παρ’ όλ’ αυτά, έμεινε σιωπηλός. Δεν ήξερε τι να πει.

Εκείνο το βράδυ έμειναν μαζί με τον Βασίλη. Την επομένη αποφάσισαν να τον αφήσουν. Ήθελε να μείνει και δεν μπόρεσαν να τον μεταπείσουν. Επιπλέον, η πορεία μεσ’ το δάσος για ένα άτομο είναι επικίνδυνη. Όταν θά ’φταναν σε κάποιο χωριό θα ειδοποιούσαν για να έρθουν κάποιοι να δουν τι θα γίνει μαζί του.

Ξεκινώντας το άλλο πρωί είχαν κι οι δύο μια πικρή γεύση διάψευσης. Ο Αντώνης ήταν πιο εκνευρισμένος.

-Λίγο πας να ξεφύγεις απ’ τα καθιερωμένα και τρως ένα τέτοιο χαστούκι που θες να ξαναγυρίσεις στην μικροαστική ζωούλα σου.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα σκέφτηκε φωναχτά:

-Κι εσύ, παρορμητικός είναι.

Ο Αντώνης σταμάτησε το βήμα του.

-Τι εννοείς;

-Αποκλείεις να είχε βρει κάτι ο γερο-Μαθιός;

-Α, ναι, ξέχασα. Αυτό που βρήκε ο Βασίλης.

-Μη ρίχνεις το επίπεδο.

-Σου ’στριψε και σένα βλέπω...

Ο Γιάννης τον κοίταξε βαριεστημένα.

-Ωραία, συνέχισε ο Αντώνης θυμωμένα. Το αποκλείω. Και ξέρω πού το πας, αλλά με τη φόρτιση που ’χω τώρα δε πρόκειται να με πείσεις.

-Ε; Να σε πείσω για ποιο πράγμα; Πρώτον, ούτε εγώ έχω πειστεί για οτιδήποτε και δεύτερον, μόλις ομολόγησες πως κάνεις ό,τι κι ο Βασίλης: Οδηγείσαι σε βεβιασμένα συμπεράσματα υπό την επήρεια ψυχολογικής πίεσης.

-Άσε με, με τα σοφίσματά! Εγώ κρίνω με βάση αυτό που βλέπω.

-Ξεκόλλα, ρε! Δεν είδες παρά μια ειδική περίπτωση.

-Ωραία. Πες λοιπόν. Tί να κάνω; Ή μάλλον πες μου τι θα κάνεις εσύ, ρε Γιάννη! Θ’ αρχίσεις να ψάχνεις για θαύματα σε σπηλιές; Εγώ πάντως αυτή τη στιγμή νιώθω ηλίθιος! Διακινδυνεύω τη ζωή μου ψάχνοντας για μεταφυσικές αποκαλύψεις στα βουνά ενώ θα μπορούσα να ζω πράγματα που έχουν σάρκα και οστά. Η συντροφιά του φίλου σου, η γεύση του αγριοκέρασου, το φιλί της κοπέλας σου, όλ’ αυτά υπάρχουν, ρε Γιάννη, κι αναρωτιέμαι μερικές φορές μήπως κυνηγάμε τα σύννεφα γιατί δεν ξέρουμε να ζούμε στη γη. Γιατί να επενδύω σε φαντασιώσεις όταν η ζωή είναι εδώ μπροστά μου;

Ο Γιάννης κατευνάστηκε κάπως.

-Καταλαβαίνω τι λες..

Συνέχισαν την πορεία. Ο ήλιος είχε υψωθεί και η ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία έκαναν την ατμόσφαιρα αφόρητη. Μην έχοντας χάρτη, σκέφτηκαν πως το καλύτερο θα ήταν να οδεύουν κατηφορικά μέχρι να βρουν την πεδιάδα. Ο Γιάννης είχε αρχίσει να αισθάνεται πως ο αρχικός προορισμός του ταξιδιού τους ήταν η τωρινή τους επιστροφή. Όχι πως ήταν σίγουρη...Πολλά θα μπορούσαν να τους τη στερήσουν, από το δάγκωμα ενός φιδιού μέχρι την εξάντληση από την πείνα. Είχαν ξεκινήσει απερίσκεπτα και τα εφόδια ήταν λίγα πλέον. Θυμήθηκε τον γερο-Scrooge του Dickens που ξύπνησε ένα πρωινό συνειδητοποιώντας πως είχε ζήσει παντελώς αποπροσανατολισμένα.

  Μήπως  είχε δίκιο λοιπόν ο Αντώνης; Μήπως το «ταξίδι προς τα σύννεφα» ήταν καρπός της αδυναμίας τους να ζήσουν με τρόπο αληθινό την πραγματικότητα;

Μήπως και οι  θρησκείες δεν κάνουν το ίδιο όταν απαξιώνουν την ομορφιά της ζωής και του κόσμου; Μετά παραπέμπουν σε κάτι υπερβατικό για να κατευνάσουν την αντίδραση στην αλλοτρίωση που προκαλούν: «Αφήστε τα εγκόσμια κι ο Θεός θα σας ανταμείψει!». Εξαργυρώνουν την αλλοτρίωση ως αρετή… Τώρα, βέβαια, η άρνηση της ζωής δεν ήταν ηθελημένη. Ούτε θεωρήθηκε προϋπόθεση του ταξιδιού. Μήπως όμως αναζήτησαν την εμπειρία του συχωρεμένου γερο-Μαθιού ως το ναρκωτικό που θα κάλυπτε τον πνευματικό τους λήθαργο; Αν ήταν έτσι, η δοκιμασία τους θα μπορούσε να είναι το χαστούκι που θα τους ξυπνήσει… εφ’ όσον επιβίωναν βέβαια.

-Νιώθεις ότι με ξέρεις, Αντώνη;

-Δεν ξέρω. Το μόνο που με νοιάζει τώρα είναι να μην αφήσω εδώ τα κόκκαλά μου στα εικοσιένα μου, απάντησε ο Αντώνης εκνευρισμένα.

-Δε θα σε ρωτούσα αν δεν φοβόμουν κι εγώ.

-Δε με παρατάς με τις ψυχαναλύσεις σου;

Η φωνή του έτρεμε λίγο. Γύρισε, κοίταξε τον Γιάννη. Τα μάτια του ήταν υγρά. Συνέχισε:

-Είμαστε στη μέση του πουθενά, χωρίς χάρτη, χωρίς τροφή, χωρίς προφυλάξεις και χωρίς δυνάμεις.

Σταμάτησε σαν να ανέμενε απάντηση.

-Περιμένεις να σε παρηγορήσω τώρα; αποκρίθηκε ο Γιάννης.

      Ο Αντώνης κάθισε κάτω. Το μυαλό του ήταν θολό. Σκεπάζοντας το πρόσωπό του, ξάπλωσε ανάσκελα, μα πριν καλά- καλά προλάβει, τινάχθηκε με μια διαπεραστική κραυγή πόνου. Ο Γιάννης κοίταξε πίσω του κατάχλωμος.

 -Σκορπιός…

Ήταν τεράστιος.

Πάτησε τον σκορπιό, άρπαξε τον Αντώνη, του ‘σχισε τα ρούχα κι έψαξε για το τσίμπημα. Αρχισε να ρουφάει για να φτύσει το δηλητήριο. Τίποτα. Αίμα δεν έβγαινε από τόσο λεπτή σχισμή. Έβγαλε τον σουγιά και μαχαίρωσε τον φίλο του πάνω στη πληγή. Μια δεύτερη διαπεραστική κραυγή τάραξε την ησυχία του δάσους. Ο Γιάννης άρχισε να ρουφά με δύναμη.

-Δεν θα  σ’ αφήσω να πεθάνεις τώρα, μ’ ακούς; του φώναξε σχεδόν οργισμένα…

 …Έξι το πρωί. Πρώτη φορά παρατηρεί το ξύπνημα της μέρας. Πολύ πριν βγει ο δίσκος του ήλιου, μόλις οι ακτίνες του δώσουν ένα βαθύ μπλε στον ουρανό, ξυπνούν τα πουλιά μεταγγίζοντας εκπληκτική ζωντάνια στην ατμόσφαιρα. Στην πόλη η ζωή ξεκινούσε πάντα στις οχτώ. Εδώ λειτουργούν άλλοι νόμοι φαίνεται... Ο Αντώνης είναι ξαπλωμένος, με το κεφάλι στα γόνατα του φίλου του. Χλωμός, καταϊδρωμένος, με μάτια κλειστά, μα με το στήθος του ν’ αναπνέει. Ο Γιάννης, με κόκκινα μάτια, τρέμει ακόμη απ΄ την υπερένταση.

-Νόμισα πως θα σ’ έχανα.

Ο Αντώνης δεν απαντά. Κοιμάται άλλωστε. Ο φίλος του τού σκουπίζει το μέτωπο.

-Ιδρώνεις λιγότερο τώρα. Προς το παρόν τη γλίτωσες… νομίζω..

Ο Γιάννης νιώθει τώρα πράγματι σαν τον Scrooge μετά την επίσκεψη των φαντασμάτων. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να είναι ζωντανός, να κρατήσει ξανά το χέρι της Ιουλίας, να νιώσει ξανά το κύμα καθώς σκάει στα πόδια του.  Κάθε δευτερόλεπτο είναι πλέον μια υπόσχεση που διψά να εκπληρωθεί. Νιώθει σαν να μην έχει ξανααιστανθεί τον άνεμο να χτυπά το πρόσωπό του. Σα ν’ ακούει πρώτη φορά τα πουλιά που κελαηδούν. Αναρωτιέται πού ήταν όλ’ αυτά τόσο καιρό.. Γιατί χρειάστηκε να φτάσει ως εδώ για ν’ ανοίξει η ψυχή του; Δεν καταλαβαίνει. Αλλά δεν έχει και την πολυτέλεια να το φιλοσοφεί. Οι δυνάμεις του έχουν τσακιστεί. Νιώθει σαν τον τελευταίο επιλαχόντα στρατοπέδου που γνωρίζει πως δεν υπάρχει άλλος να πάρει τη θέση του. Ακουμπά απαλά τον Αντώνη κάτω, αφήνει ένα σημείωμα και φεύγει να ψάξει για τροφή.

Πριν περάσει μία ώρα, βρίσκει ένα μονοπάτι. Το ακολουθεί κατηφορικά και σε λίγο τον οδηγεί σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό. Λιγοστοί κάτοικοι, μα οι περισσότεροι γνωρίζουν την περιοχή. Η δοκιμασία μοιάζει να τελειώνει.

Γυρίζοντας όμως στη σκηνή, βρίσκουν τον Αντώνη νεκρό. Το δηλητήριο σε συνδυασμό με την εξάντληση και την πείνα ήταν πολλά για τον οργανισμό του. Ο Γιάννης συνειδητοποιεί με φρίκη πως δεν είχε ερμηνεύσει σωστά το ότι ο Αντώνης ίδρωνε όλο και λιγότερο…

Ο Βασίλης δεν θα βρεθεί ποτέ.

Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Γιάννης  στέκεται πάνω απ’ τον τάφο του Αντώνη.

-Ήρθα να σου ζητήσω συγνώμη γι’ αυτό που θα κάνω. Ξέρω πως θα το θεωρούσες προδοσία σ’ αυτά που μας δίδαξε η ζωή, μα δε μπορώ να κάνω αλλιώς.

Βγάζει τον σουγιά με το αποξηραμένο αίμα του φίλου του. Τον αφήνει πάνω στον τάφο.

-Αυτό, σαν κειμήλιο της αγάπης μου.

Μένει για λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας τα πουλιά που κρύβονται στα κυπαρίσσια.

-Είχες δίκιο πως δεν ξέραμε να ζούμε. Είχες δίκιο για τη γεύση του αγριοκέρασου. Μα δεν θέλω ν’ αφήσω τον πόνο για το θάνατό σου να μού θολώσει το μυαλό.. Πήγα και ένιωσα το κύμα να σκάει στα πόδια μου κι έμεινα γυμνός στη βροχή, να λυτρώνομαι στον ήχο της και ν’ ακολουθώ τις αναπάντεχες διαδρομές των σταγόνων της στο σώμα μου. Εκτίμησα βαθύτερα το άγγιγμα της Ιουλίας, το τρεμούλιασμα των ματιών της και το γλυκό της υπομειδίαμα όταν τη φιλώ στα χείλη. Ξαναπήγα στο δάσος και βρήκα άγρια κεράσια.. Μα ξέρεις τι μου είπε η γεύση τους;

Διστάζει για λίγο..

-Μου είπε «Μην αφήσεις το ταξίδι στη μέση.»,ψιθυρίζει… Ξέρω. Ο Βασίλης θα’ νιωθε δικαιωμένος τώρα. Μα δεν θά ’χε δίκιο. Η δική του αλήθεια είναι απατηλή αν υπάρχει μια πραγματικότητα που την υπερβαίνει. Αυτό που ζητώ εγώ όμως ήρθε σαν απαίτηση της πραγματικότητας. Κι η Ζωή δεν θα μπορούσε να είναι φτωχότερη απ’ τη δίψα μου.

Ξαφνικά, νιώθει περίεργα που μιλούσε τόση ώρα σ’ έναν τάφο.

-Πάλι με ψευδαισθήσεις παραμυθιάζομαι, μονολογεί.

Σηκώνεται, πάει στην άκρη της λίμνης, ρίχνει τη σχεδία που έφτιαξε και πλέει για την απέναντι όχθη ελπίζοντας πως, αυτή τη φορά, δεν φεύγει από κάτι.

 

Δημήτρης Μουρούλης